Αίτηση ασφάλισης:
Η πρόταση, γραπτή ή προφορική, του υποψηφίου ασφαλιζόμενου για τον κίνδυνο που επιθυμεί να ασφαλίσει. Συνήθως γίνεται με τη συμπλήρωση γραπτής αίτησης σε έντυπο του ασφαλιστικού συνεργάτη και υπογράφεται από τον υποψήφιο ασφαλιζόμενο. Εάν η πρόταση γίνει αποδεκτή από τον ασφαλιστικό συνεργάτη, συνάπτεται η ασφαλιστική σύμβαση.

Ανικανότητα:
Φυσική ή διανοητική βλάβη που περιορίζει, μερικώς ή ολικώς, την ικανότητα κάποιου να εκτελεί τα καθήκοντα της εργασίας του, που μπορεί να εκτελέσει λόγω μόρφωσης, εκπαίδευσης ή εμπειρίας.

Αντισυμβαλλόμενος ή λήπτης της σύμβασης:
Το πρόσωπο που συμβάλλεται με την ασφαλιστική εταιρεία και αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση και την καταβολή του ασφαλίστρου. Ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να είναι και ασφαλισμένος και δικαιούχος.

Απαλλαγή:
Όρος που περιλαμβάνεται σε ορισμένα ασφαλιστήρια συμβόλαια και απομακρύνει την ευθύνη της εταιρείας για ένα συγκεκριμένο είδος κινδύνου που εν γένει καλύπτεται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο π.χ. απώλεια ζωής από ορισμένες αιτίες.

Απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων:
Κάλυψη που περιλαμβάνεται στα περισσότερα συμβόλαια και αναφέρει ότι η ασφαλιστική εταιρεία αναλαμβάνει την πληρωμή των ασφαλίστρων, εφόσον ο ασφαλισμένος καταστεί ανίκανος ολικά ή η ανικανότητά του διαρκέσει περισσότερο από ένα συγκεκριμένο διάστημα.

Απλή (πρόσκαιρη) ασφάλεια ζωής:
Κάλυψη έναντι απώλειας ζωής. Ισχύει για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα και λήγει χωρίς αξία εξαγοράς ή ασφάλισμα, εάν ο ασφαλισμένος επιβιώσει του προκαθορισμένου χρονικού διαστήματος.

Ασφάλεια ζωής (ή συνταξιοδοτική) με εφάπαξ ασφάλιστρο:
Ασφάλεια όπου το ασφάλιστρο καταβάλλεται ενιαίο μία φορά στην αρχή, χωρίς να οφείλονται άλλες δόσεις στη συνέχεια.

Ασφάλεια θανάτου και διαρκούς ανικανότητας από ατύχημα:
Κάλυψη απώλειας ζωής ή απώλειας των άκρων ή απώλειας της όρασης από ατύχημα.

Ασφάλεια νοσοκομειακής περίθαλψης:
Κάλυψη εξόδων μέχρι ένα ορισμένο ποσό και για ορισμένη περίοδο, όταν ο ασφαλισμένος εισαχθεί στο νοσοκομείο.

Ασφάλεια σπουδών:
Ασφάλεια ζωής που αγοράζεται για να δοθεί στο παιδί του ασφαλισμένου ένα δεδομένο κεφάλαιο για τις σπουδές του.

Ασφαλίσεις ζημιών:
Καλύπτουν τους κινδύνους που απειλούν τα υλικά αγαθά και την περιουσία του ασφαλισμένου.

Ασφαλίσεις προσώπων:
Καλύπτουν τις οικονομικές συνέπειες από ένα γεγονός που μπορεί να συμβεί σε φυσικό πρόσωπο και που έχει συμφωνηθεί με συγκεκριμένο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Ασφαλιζόμενο ποσό:
Το ποσό που πρέπει να καταβληθεί ως αποζημίωση απώλειας ζωής ή με τη λήξη του συμβολαίου, όπως αυτό καθορίζεται ως ονομαστική αξία του συμβολαίου.

Ασφάλισμα / Αποζημίωση:
Η παροχή που θα καταβληθεί στον ασφαλισμένο, όταν επέλθει το περιστατικό, δηλαδή ο ασφαλιστικός κίνδυνος.

Ασφαλισμένος:
το άτομο ή η ομάδα ατόμων που καλύπτεται από ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Ασφαλιστήριο βραχείας διάρκειας:
Ασφαλιστήριο συμβόλαιο που ισχύει για λιγότερο από 1 έτος.

Ασφαλιστήριο συμβόλαιο:
Νομικά δεσμευτική μονομερής σύμβαση μεταξύ μιας ασφαλιστικής εταιρείας και ενός συμβαλλόμενου στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Ασφαλιστική αξία:
Η οικονομική αξία των προγραμμάτων που δηλώνεται κατά τη σύναψη της σύμβασης.

Ασφαλιστική σύμβαση:
Η σύμβαση όπου o ασφαλιστής συμφωνεί, έναντι πληρωμής του ασφαλίστρου, να καταβάλλει τις παροχές, δηλαδή το ασφάλισμα, όταν επέλθει το περιστατικό που συμφωνήθηκε. Ασφάλιση χωρίς ασφαλιστική σύμβαση δεν υπάρχει.

Ασφαλιστικός διαμεσολαβητής:
Κάθε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που αναλαμβάνει ή ασκεί δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης έναντι αμοιβής. Είναι υποχρεωτική η εγγραφή του στο επαγγελματικό επιμελητήριο.

Ασφάλιστρο:
Το χρηματικό ποσό που υποχρεούται να καταβάλλει ο αντισυμβαλλόμενος στον ασφαλιστή ως αντάλλαγμα για την παροχή της ασφαλιστικής προστασίας.

Ασφάλιστρα σε δόσεις:
Ασφάλιστρα τα οποία δεν πληρώνονται σαν ενιαίο ασφάλιστρο, αλλά σε ετήσιες, εξαμηνιαίες ή τριμηνιαίες δόσεις.

Ατύχημα:
Η σωματική βλάβη από τυχαίο, βίαιο, εξωτερικό, ορατό γεγονός, ανεξάρτητο από τη θέληση αυτού που το παθαίνει,χωρίς να σχετίζεται με υπάρχοντα προβλήματα υγείας, αναπηρίες ή ασθένειες.

Αξία εξαγοράς:
Το ποσό που προκύπτει από την αξία του ασφαλιστήριου συμβολαίου κατά την ημερομηνία που το εξαγοράζει ο ασφαλισμένος/αντισυμβαλλόμενος